4η ανάρτηση για σήμερα,μάλλον τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.
Η επόμενη ιστορία είναι πρόσφατη. Τόσο πρόσφατη που μπορώ να μετρήσω τις ώρες.
Άνοιξε τα μάτια απότομα και ήλπιζε να δει κάτι που θα ξεκινούσε τη μέρα της όμορφα.
Μετά το ξενύχτι στο κρεβάτι μέχρι της 4 το πρωί- οπου την πήρε ο ύπνος-
χρειαζόταν κάτι παραπάνω απο αυτό που ο υπόλοιπος κόσμος ονομάζει "καφέ".
Μάταια, μόνο το άσπρο ταβάνι και οι μαύροι τοίχοι του δωματίου υπήρχαν εκεί.
Ούτε ουρανός, ούτε αστέρια, ούτε κάτι μαγικό να την σηκώσει με χαρά απ'το κρεβάτι.
Σηκώθηκε μετά απο κάποια λεπτά αδράνειας και πήγε στο μπάνιο.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και προσπαθούσε να δει ξανά αυτό που έβλεπε παλιά.
Κοίταζε το είδωλό της με πείσμα βαθιά μέσα στα μάτια για να βρει αυτό το κοριτσάκι που έβλεπε κάποτε κάθε πρωί.
Αυτά τα μάτια που την έκαναν να αναρωτηθεί αν υπάρχει ακόμα.
Ήταν τόσο μικρό και ανόητο αλλά ταυτόχρονα τόσο χαμογελαστό, ξέγνοιαστο και χαριτωμένο.
Μακριά κυματιστά μαλλιά που έφταναν μέχρι τα γόνατα,
πυκνά φρύδια και τα μάτια του πατέρα της που δεν πρόλαβε να δει.
Άνοιγε διάπλατα με απορία τα δυο της μάτια όταν άκουγε κάτι καινούριο και γελούσε,
συνεχώς γελούσε.
Πού πήγε αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο;
Πού χάθηκε όλη αυτή η αθωότητα στα μάτια του;
Γιατί αντικαταστάθηκε από θλίψη;
Πού είναι τώρα αυτό το κοριτσάκι;
Όσο και να κοίταζε όσο και να έψαχνε δεν έβρισκε απάντηση.
Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει στον εαυτό της ήταν: "Το κοριτσάκι μεγάλωσε"
Έφυγε από τον καθρέφτη.
Δεν μπορούσε άλλο να κοιτάζει αυτή την άγνωστη πλέον που της έμοιαζε τόσο.
Δεν είχε διάθεση για σχολείο σήμερα.
Πήγε στο δωμάτιο και άρχισε να βάζει τα ρούχα που είχε βγάλει απο το προηγούμενο βράδυ.
Άρχισε να βάζει στη τσάντα το πρόγραμμα της ημέρας και να σκέφτεται.
Ολα είναι τόσο διαφορετικα.
Ο καθένας θα τραβήξει το δρόμο του τώρα.
Εκείνη όμως δε ξέρει προς τα που να τραβήξει.
Και μέσα σε αυτές τις σκέψεις έρχεται η κοπάνα στο νου της,
μιας και κρατάει τις απουσίες της για κάτι τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις.
Αφού όμως ντύθηκε θα πάει και θα υπομείνει την τρέλα και την αγένεια του καθενός.
Ναι,η κοπάνα είναι κάτι σαν καταφύγιο καμιά φορά.
Εκεί που οδηγούν όλοι οι δρόμοι όταν φτάνει σε ψυχολογικό αδιέξοδο.
Θα την ηρεμούσε να γύριζε εδώ από όπου ξεκίνησε να ντύνεται.
Στο δωμάτιο που μισεί και που λατρεύει.
Θα έφευγε από το σπίτι της και θα ξαναγύριζε εδώ,στο δωμάτιο απ όπου γράφει.
Δεν έπρεπε να δείχνει πόσο την απογοήτευσε αυτή η κατάσταση.
Έπρεπε να είναι ήρεμη και να προσέχει τα λόγια της.
Να μην στείλει στο διάολο κανέναν απο τα νεύρα της.
Καλό για τους γύρω της και πολύ δύσκολο για αυτήν.
Γιατί αυτό που πραγματικά ήθελε να κάνει ήταν να μην ακούει κανέναν απολύτως.
Τελικά δε τα κατάφερε.
Έστειλε στο διάολο,φώναξε,έβρισε και μίλησε σε μια φίλη της για να τα βγάλει απο πάνω της.
Ξέσπασε.
Αυτή η παιδική της πλευρά, όχι η χαρούμενη, είχε βγει τώρα στην επιφάνεια.
Ήταν η στιγμή που ήθελε να ανοίξει τα μάτια διάπλατα,
όπως όταν ήταν μικρή και να ρωτήσει ένα "γιατί;".
Πόσο αργοπορημένα μπορεί να σκάσει αυτό το ροζ συννεφάκι;
Πώς ξαφνικά απέκτησα ευθύνες επειδή σταμάτησα πια να παίζω με κούκλες και στο δωμάτιο μου αντί για αυτές να είναι πεταμένα τα ρούχα μου εδώ κι εκεί;
Πώς την ανέμελη ώρα στο δωμάτιο μου την αντικατέστησα με κάποιον
που τελικά δεν άξιζε καν να γνωρίσω;
Με άτομα που δε θέλω να έχω πάρε δώσε αλλά τελικά μιλάμε καθε μέρα;
Γιατί μεγάλωσε το κοριτσάκι;
Γιατί μεγάλωσε απότομα και δεν έμεινε κοριτσάκι,χαρούμενο κι ανέμελο που απορεί για τα πάντα και ο μόνος λόγος για να κλάψει ήταν να της σπάσει η κούκλα;
Γιατί να υπάρχουν άνθρωποι που να πιστεύουν πως είναι μεγάλη;
Δε θέλω πια να είμαι μεγάλη.