Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Όταν οι Σειρήνες ερωτεύονται



Κι όλο έρχονταν και φεύγαν τα καράβια στο νησί μας 
με δεκάδες άντρες θαλασσοδαρμένους. 
Μύρισα τη σάρκα σου πριν προλάβεις να με δεις
κι έτρεξα να βγω στην επιφάνεια.
Ξέμπλεξα τα μαύρα μακρυά μαλλιά μου
και κολύμπησα στο φως της τραγουδώντας σου τον έρωτα
κι ας μη με άκουγες.
Μη φοβηθείς στιγμή και μη τρομάξεις.
Μη με αρνείσαι όπως έκαναν οι άλλοι.
Δε μου έδωσες την ευκαιρία να σε πάρω μαζί μου. 
Έτσι κι εγώ επειδή δεν αντέχω άλλους αποχωρισμούς,
ερωτεύτηκα τόσο το είναι σου ,που το κατασπάραξα. 




Ασημένια ταμπακιέρα



Ξέθαψα απ'το συρτάρι μας μια μέρα
όσα μου άφησες πριν φύγεις απο δω.
Bρήκα μια παλιά ασημένια ταμπακιέρα 
με ένα τσιγάρο ξεχασμένο και καπνό.

Κρατώντας τη στο χέρι ξαπλωμένος
τη μοναξιά μου αχόρταγα ρουφώ 
και στου καπνού τη ζάλη μεθυσμένος
αγγίζω τον ζεστό σου το λαιμό.

Για μια στιγμή μόνο να ερχόσουν να σε έβλεπα 
με αναπτήρες να φλερτάρεις και τσιγάρα.
Όσα μου άφησες πίσω να σου τα έδινα
τα πράγματά σου και τα λόγια τα μεγάλα.

Περνούν τα χρόνια και τα βράδια μου προσεύχομαι 
να ρθεις μια μέρα για να βρεις την ταμπακιέρα 
κι όσο δεν έρχεσαι σε έναν γκρεμό θα στέκομαι 
και θα ονειρεύομαι το πιο όμορφό μου ψέμα.