Μαύροι τοίχοι,άσπρο ταβάνι,ζωγραφιές κολλημένες πάνω στο τοίχο και στην πόρτα μου ,παιδικές,αθώες,μουτζουρωμένες απο τον χρόνο.Ο καλόγερος δίπλα στην πόρτα με τα ρούχα μου
να μοιάζουν σα βουνό και μπλούζες να πέφτουν σαν κομματιασμένες κοτρόνες στο πάτωμα
απο την ακαταστασία μου.
Και σαν απο θαύμα κάθε μεσημέρι το βουνό αυτό να χάνεται,κάτι συμβαίνει ,κάποια τα τακτοποιεί.
Μα εγώ ζω ακόμα και κάνω αισθητή την παρουσία μου φτιάχνοντας ξανά και ξανά αυτό το βουνό που δίνει ζωη στο δωμάτιο μου.
Όταν το δωμάτιο θα είναι τακτοποιημένο τότε θα χω φύγει μακριά,δε θα ζω πια για να το "χαλάσω".
Και τότε θα ζητάνε την ακαταστασία μου,λίγα άτομα και σημαντικά.
Περισσότερο εγώ,εγώ θα με ζητάω.
Προσπαθώ να θυμηθώ όσα περισσότερα μπορώ απο την ηλικία των 2 ετών.
Λίγο πριν φύγεις.
Λίγο πριν φύγεις.
Ναι,θυμάμαι,μπαμπά σε θυμάμαι.
Εγώ γράφω,το μικρό με τα "αμυγδαλωτά" τα μάτια,έτσι δεν έλεγες;
Αυτό το μικρό που έκανε για δέκα παλικάρια,έτσι είπες όταν με πρωτοπήρες αγκαλιά.
Αυτό δε το θυμάμαι,μου το είπαν.
Βλέπεις,δε μπορώ να θυμηθώ το πρωί που γεννήθηκα,αλλά ξέρω ότι ήσουν έξω και μας περίμενες.
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ
Αυτή που δε σε άφηνε να δεις ειδήσεις και ερχόταν απο πάνω σου.
Θυμάσαι;
Σε παρακαλώ θυμήσου,
θυμήσου,
ΘΥΜΉΣΟΥ
Υ.Γ Μην αφήσεις τη μαμά να μου συμμαζέψει το δωμάτιο,πες της να το αφήσει έτσι όπως ακριβώς το αφήσω,για πάντα.