Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

Ευχαριστώ


Χρωστώ μια τζούρα σε ένα τσιγάρο που ποτέ δεν άναψα.
Όπως θα απλώνεται ο καπνός μέσα μου,
τα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου σου 
θα σχηματιστούν μέσα στο ποτήρι.
Tο ποτήρι με αλκοόλ
που μόλις θα έχω γεμίσει.

Τα χέρια μου θα βαρύνουν,
το γυαλί θα ραγίσει ,
 θα με κόψει στην άκρη της παλάμης.
Μια σταγόνα αίματος θα κυλίσει
 κι εγώ θα χω στο στόμα τη λέξη ευχαριστώ.

Κάπως έτσι θυμάμαι πως..υπάρχω.
Ο σωματικός ο πόνος πάντοτε λύτρωνε τον ψυχικό μου.
Σχηματίζεται χαμόγελο στα χείλη,
η μελαγχολία χάνεται.

Ευχαριστώ..

Η έμπνευση




Κοίτα με. Στέκομαι εμπρός σου.
  Κρατώ λευκό χαρτί κι ένα μολύβι ,πάλι.
Δεν αγγίζω το κορμί.
Δεν κατακτώ τα χείλη.

Η σπίθα των ματιών σου με τρομάζει.
Μιλάει ακατάπαυστα και μου βιάζει το είναι.
Ένας γαλήνιος ,πανέμορφος θάνατος.

Όσο γράφω,
τα χέρια σου πλησιάζουν και με γδύνουν.
Μια χούφτα ηδονή μου προσφέρεις 
κι ας σου έχω πει πως αποφεύγω όλα όσα με εθίζουν.

Έτσι θα σε φωνάζω.
Εθισμό.

Γεμίζω το χαρτί με λέξεις.
Μπορείς να πηγαίνεις τώρα που τελειώνω.
Όσο θα προχωράς εγώ θα σκιαγραφώ το τέλος.

Αρχίζεις να απομακρύνεσαι λοιπόν
 κι εγώ χαιρετώ τη στιγμιαία μου ευτυχία.
Αυτήν που κουβαλάς μαζί σου, σαν φυλαχτό κάθε φεγγάρι.

Τα βήματα σου ξύπνησαν τον κακό μου εαυτό,
σου το είχα πει.
Κάνει θόρυβο η εγκατάλειψη.
Έχεις απομακρυνθεί 
και ο κακός μου εαυτός ήδη νιώθει την απώλεια.
Ξεσπάει σε λυγμούς. 
Φτάνει.
Μη γράφεις άλλο,φεύγει ,μου λέει.
Φεύγει σου λέω.
Τρέχα ξωπίσω του.

Τρέχα να προλάβεις,

την έμπνευση.






Ο ξεριζωμός των φύλλων



Ρίχνω μια κλεφτή ματιά απο το παράθυρό μου,
η φύση ανασταίνει το εγώ μου.

Τα στάχυα λικνίζουν τους μικρούς λεπτούς κορμούς τους 
την ώρα που μεγάλα πράσινα δέντρα κουνούν τα φύλλα τους διακριτικά στο φύσημα του ανέμου.
Για μια στιγμή ,θα θελα να γίνω το φύλλο που μόλις ξεριζώθηκε απο το κλαδί του δέντρου
και έπεσε στο έδαφος.
 Αυτό που δεν άντεξε περιτριγυρισμένο
 ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα φύλλα
και τώρα στέκει μοναχό του στο χώμα.
Βουτιά απο ψηλά λοιπόν.
Όσα φαντασιώνομαι.
Ακολουθούν και τα υπόλοιπα ένα ένα. 
Ίσως συναντηθούν ξανά,ίσως χαθούν για πάντα.
Μα τι λέω. 
Θα πάρουν όλα το δρόμο τους
κι ο αέρας δε θα τολμήσει το σμίξιμο. 
Ότι γυρνά πίσω γυρνά αγνώριστο. 
Δεν έχει νόημα η επιστροφή όταν φεύγεις. 
Ποιος ξέρει...
ίσως κάπου,
κάπως,
κάποτε ξανασμίξουν.