Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Ποτέ δεν άντεξα


Θυμώνω με τον εαυτό μου,
που ποτέ δε τελειώνω ότι αρχίζω.
Κακό πράγμα το μέτριο,
ακόμη πιο άσχημο οτιδήποτε "μισοτελειωμένο".
Όλα ή τίποτα μου έλεγα θυμάμαι.
Σε όλους την ίδια φράση,
έχω το θράσος και τη χρησιμοποιώ μέχρι και σήμερα.
Χάνεται το μυαλό σε όλα όσα δε κατάφερα με επιτυχία να τελειώσω.
Χάνω το δρόμο μου τη μια στιγμή
και την άλλη με το πείσμα μου οδηγό καταφέρνω να φέρω ένα απο τα "έργα" μου στα μισά.
Εκεί σταματώ.
Εκεί βάζω το τέλος ,την τελεία.
Εκεί σταματώ
κι ας γνωρίζω καλά πως έχω κι άλλα να προσφέρω.
Έχω πολλά να προσφέρω.
Μα τόση προθυμία απο μένα , ποτέ δεν άντεξα.



Μου φεύγεις



Κοίταξε το ρολόϊ σου και πες μου, 
πόση ώρα μας απέμεινε;
Τώρα που το φεγγάρι ξεπρόβαλε ,
τώρα που το χώμα αποχωρίστηκε τις ακτίνες του ηλίου.
Τώρα που η ψυχή μου καίγεται ,
τώρα που μεθάει απο ποτήρι γεμάτο με αναπνοές σου.
Τώρα που τα σώματα μας τρέμουν.
Αυτή τη στιγμή
που φαντάζεις στα μάτια μου κρυστάλλινος,
τόσο που αν σε ακουμπήσω θαρρώ πως θα μου σπάσεις.
Τόσο εύθραυστος.

Για φαντάσου..
Σα να φοβήθηκες με όσα σου γράφω..
σε προδίδουν τα μάτια σου. 


Και μου φεύγεις....

Να ξεχάσω



Κι όλο προσπαθώ να ξεχάσω όσα τα δάχτυλά μου γράφουν.
Σβήνω παλιά και καινούργια κειμενάκια,μικρά, μεγάλα μα πάνω απ όλα αισθηματικά.
Όσα ξυπνούν μέσα μου τη νοσταλγία.
Όσα ξεβράζουν σαν τα κύματα επιθυμίες.
Όσα εμπνεύστηκα απο όμορφα τραγουδάκια.
Όσα χάραξα σε χαρτί 
κι έπειτα σκόρπισα σε κρυφά σημεία.
Όσα ο βαρύς χειμώνας με έκανε να εκφράσω 
κι όσα η αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού έφερε στο μυαλό μου την αυγή.

Κι όλο προσπαθώ να θυμηθώ μέχρι και την τελευταία συλλαβή μου ,
για να την ξαναγράψω, όπως πρώτα.

Όσα αξημέρωτα εξομολογήθηκα στο άψυχό μου χαζοκούτι
κι όσα απο ανάγκη έγραψα στον εαυτό μου.

Όλο προσπαθώ, με μια δόση θυμό,
όσα γράφω να ξεχάσω.

Κι όλο προσπαθώ, όσα γράφω να ξεχνώ ,
κι όλο θέλω όσα έσβησα να ουρλιάξω.


Ανεκπλήρωτοι πόθοι



Το δάκρυ μου θρυματίζεται και πέφτει.
Είναι εκείνη η αλμυρή σταγόνα,το αδιέξοδο,
αυτό που κρατά βράδια αμέτρητα τα μάτια μου ορθάνοιχτα.
Τα χρόνια μου περνούν ,το ίδιο και οι ώρες.
Πότε πότε ,
μια ελπίδα απο το πουθενά φωτίζει το άψυχο δωμάτιο.
Το φως της δολοφονεί το σκοτάδι ,
μέχρι που η μνήμη μου χτυπά ξανά την πόρτα.
Χιλιάδες δαίμονες την παραβιάζουν και τρέχουν κατά πάνω μου.
Καθώς τυλίγομαι στην αγκαλιά τους
με ναρκώνουν με αμέτρητα φιλιά και καυτές ανάσες.
Μέσα στη ζάλη τα θολωμένα μάτια μου διακρίνουν μια αλλόκοτη μάζα,
σε μια γωνιά του κρεβατιού μου καθισμένη.
Όσο περνούν τα δεύτερα το σχήμα της μεταμορφώνεται.
Μια ανθρώπινη -πια- μορφή με πλησιάζει και ξαπλώνει δίπλα μου.
Τα μάτια της φλερτάρουν τα δικά μου ,δακρυσμένα.
Ένας έρωτας που μόλις ξεκινά,
τελειώνει πριν προλάβει να αρχίσει.
Τα βλέφαρα βαραίνουν και μια φωνή μου ψιθυρίζει ..

   "Καληνύχτα".