Καιρό είχα να γράψω..επιτέλους Χριστούγεννα!
Ο μήνας της χαράς και της ευτυχίας και της αγάπης και της αλληλεγγύης και μπλα μπλα μπλα και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Μου αρέσουν τα Χριστούγεννα.Δεν μου αρέσει το ψεύτικο εγώ που πρέπει να δείχνω στους υπόλοιπους "για το καλό" όπως λέμε κι εδώ στο νησί. Όχι δεν θέλω να κάνω αγκαλιές και να δίνω φιλάκια επειδή είναι Χριστούγεννα.Θέλω απλά να περάσω έστω λίγες ώρες μέσα σε αυτό τον ένα μήνα ήρεμα με ένα, δύο άτομα που με κάνουν να νιώθω όντως όμορφα. Όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται ανούσια και ψεύτικα.
Όπως όλα τα παιδάκια,πριν λίγα χρόνια,λάτρευα αυτές τις μέρες.Περίμενα πως και πως τον Άι Βασίλη και έγραφα ένα μήνα πριν το γράμμα μου.Με θυμάμαι να παιδεύομαι μέρες ολόκληρες,να πετάω τις καρτούλες που έφτιαχνα,ντουζίνες στα σκουπίδια,γιατί καμία δεν έβρισκα καλή στο τέλος. Ντρεπόμουν. Τι θα έλεγε ο Άι Βασίλης.
Έγραφα και έσβηνα,
άλλαζα την σειρά των προτάσεων,
ζωγράφιζα..το ξαναπέταγα.
"Πρώτα η αγάπη και η ειρήνη σε όλο τον κόσμο και μετά η λίστα με τα δώρα που θέλω να μου φέρει" έλεγα από μέσα μου.
(Να τον καλοπιάσω και λίγο....)
Όταν επιτέλους έφτιαχνα το "τέλειο" γράμμα,
εκτός από τα δώρα και τις ευχές μου για όλο τον κόσμο,
του έλεγα το όνειρό μου.
Κάθε Χριστούγεννα.Σε κάθε γράμμα το ίδιο.
Το θεωρούσα τόσο απλό, που περίμενα με ανυπομονησία περισσότερο γιαυτό παρά για τα δώρα που του ζητούσα.
Ήθελα μια βόλτα με το έλκηθρο πάνω απο τον ουρανό, με τους ταράνδους.
Εγώ σαν αντάλλαγμα θα του άφηνα όλο μου το φαγητό στο τραπέζι για να φάει τα μεσάνυχτα που θα ερχόταν να αφήσει τα δώρα.Μελομακάρονα, κουραμπιέδες, φρούτα, κέικ,γαλοπούλα.
Τα πάντα για να ανεβώ στο έλκηθρο μαζί του.
Δεν πήρα ποτέ απάντηση. -Το φαγητό όμως το έτρωγε.-
Μέχρι που μία χρονιά,ένα βράδυ,η μαμά μου..για κάποιο λόγο είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα.
Απόρησα αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να μην ρωτήσω τίποτα.
Μετά απο λίγα δευτερόλεπτα,άκουσα βήματα στην σκάλα. Φοβήθηκα και έτρεξα να την αγκαλιάσω. Εκείνη με πήρε απο το χέρι και τρέξαμε στο δωμάτιο της.
Πέσαμε αμέσως στο κρεβάτι αγκαλιασμένες.
Κλειστά φώτα.
Μόνο τα φωτάκια του δέντρου έριχναν φως στους τοίχους.
Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο καθαρά.
Σε μια στιγμή άκουσα κάποιον να χτυπάει την πόρτα για να περάσει μέσα.
Έτρεξα αμέσως με τόση χαρά που παραλίγο να τον ρίξω κάτω.
Ήταν ο Άι Βασίλης με ενα κόκκινο τσουβάλι στον ώμο γεμάτο δώρα..
Δάκρυσα.
Δεν τον άφησα να κουνηθεί,
σαν να με είχαν κολλήσει πάνω του.
Κατάφερε να καθίσει στο άσπρο καναπεδάκι που είχαμε απο την μια πλευρά του σαλονιού.
Τον ρώτησα αν είναι ο αληθινός Άγιος Βασίλης.. μου έκανε εντύπωση.Ήταν και ψηλός, ενώ ο Άη Βασίλης είναι κοντός.
Του είπα... κυκλοφορούν πολλοί ψεύτικοι.
Μου είπε άλλη μια φορά " Χο χο χο" και σιγουρεύτηκα.
Τον τράβηξα απο τα γένια να δω αν είναι αληθινά.
Προφανώς δεν είχα μεγάλη δύναμη τότε.
Τον σάκο τον κοίταξα αλλά δεν τον άγγιξα.
Τον ρώτησα που είναι οι τάρανδοι και το έλκηθρο.
Μου είπε οτι τους άφησε λίγο πιο κάτω να ξεκουραστούν.
Πριν προλάβει να τελειώσει την πρόταση του τον ρώτησα αν θα με πάει βόλτα.
Εκείνος μου απάντησε πως ήταν αδύναμα,δεν άντεχαν άλλο βάρος.
Ξεκουράζονταν τώρα.
Κοίταξα απο την μπαλκονόπορτα αλλά δεν είδα τίποτα.
Απογοητεύτηκα.
Μια φορά είχα την ευκαιρία κι αυτή τη φορά την έχασα.
Δεν πειράζει. Είδα τον Άι Βασίλη.
Τον αγκάλιασα ξανά, όσο πιο σφιχτά μπορούσα,του έδωσα κι ένα φιλί στο μάγουλο.
Κοκκίνισε κι άλλο. Ήταν που ήταν κόκκινος.
Μου είπε οτι πρέπει να φύγει γιατί είχε να περάσει κι απο άλλα σπίτια κι άλλες χώρες.
Ήμουν μου είπε το πρώτο παιδάκι στην λίστα του. Του χρόνου ξανά.
Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, ήμουν ακόμη κολλημένη πάνω του.
Δεν τον είχα χορτάσει.
Δεν ήξερα πότε θα τον ξαναδώ. Κι αν θα έχω την ευκαιρία.
Μου έδωσε ένα φιλάκι στο κούτελο και μου είπε να είμαι καλό παιδί.
Έφυγε.
Άρχισα να ουρλιάζω και να χοροπηδάω στους καναπέδες απο τη χαρά μου.
Η μητέρα μου με κοίταζε και χαμογελούσε.
Μετά απο ούτε πέντε λεπτά χτύπησε η πόρτα.
Ήταν ο πατριός μου.
Φώναξα "ΗΡΘΕ Ο ΑΙ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ " πριν ανοίξω την πόρτα.
Με κοίταξε με μια ευχαρίστηση στα μάτια και μου έδωσε ένα σκουφάκι.
Μου είπε πως αυτόν τον κόκκινο σκούφο με τους ταράνδους του τον έδωσε ο Άι Βασίλης,
ο οποίος τον σταμάτησε στο φανάρι πριν λίγη ώρα...
για να του τον δώσει
... για μένα.
Το πήρα αγκαλιά και έτρεξα στο σάκο με τα δώρα μου.
Τώρα που το σκέφτομαι.. λυπάμαι που δεν έτρεξα να αγκαλιάσω αυτόν.
Ήταν τόσο ωραίο βράδυ, έπαιζα με τις κούκλες και τα παιχνίδια μου ήδη ενώ τα υπόλοιπα παιδιά θα έβλεπαν τα δώρα τους το πρωί.
Με έβαλαν στο κρεβάτι..είχα τόση υπερένταση. Μέχρι που έκλεισαν το φως. Είχα μόνο ένα φωτάκι αναμμένο. Με πήρε ο ύπνος.
Το άλλο πρωί ένιωθα υπέροχα..ένιωθα παιδί. Τώρα το καταλαβαίνω.
Ήθελα να πω σε όλους μου τους φίλους το τι είδα αλλά ...δεν είχαμε σχολείο!
...άρα ήταν μέρα παιχνιδιού.
Έτρεξα στο σαλόνι κι άρχισα να βγάζω πάλι τις κούκλες μου.
Τώρα το μόνο που είναι ίδιο είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Τώρα αντί για δώρα ζητάω η ίδια λεφτά για να πάρω κάτι μόνη μου.
Τώρα αντί για τον Άι Βασίλη βλέπω τον πατριό μου,χωρίς γενειάδα
,χωρίς μαξιλάρια κάτω απο τα ρούχα για να δείχνει παχουλός.
Τώρα δεν γράφω γράμματα..
Ίσως έτσι καταλαβαίνεις οτι μεγαλώνεις...
Οι αναμνήσεις όμως μένουν πάντα νέες, σαν να έζησες την κάθε σου στιγμή χθες.
Να περνάτε τις ομορφότερες στιγμές με τα άτομα που θέλετε και αγαπάτε.
Να γιορτάζετε κάθε μέρα.
Καλά Χριστούγεννα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου